Ακόμη δε περισσότερο, αίσθηση προκαλεί η επισήμανση εκ μέρους πολλών επιστημόνων πως η κακοκαιρία που σαρώνει αυτές τις μέρες τη χώρα, αν και είναι πράγματι ισχυρή δεν μπορεί να περιληφθεί στα πλέον ακραία -σε ό,τι αφορά την έντασή τους- φαινόμενα που έχει γνωρίσει η χώρα, όπως εκείνα της Μάνδρας ή της Ζαγοράς.

«Μέσης προς ισχυρής ισχύος καταιγίδα, όχι όμως κάτι σπάνιο όπως η Μάνδρα»

Μιλώντας στο tvxs.gr ο δρ. Μιχάλης Διακάκης, επιστημονικός συνεργάτης του ΕΚΠΑ και ερευνητής σε θέματα φυσικών καταστροφών, αναφερόμενος στην κακοκαιρία Μπάλος σημειώνει μεν πως «δεν θεωρείται μια απλή καταιγίδα, αλλά για ένα αρκετά ισχυρό φαινόμενο», προσθέτει όμως ότι «επί της ουσίας μιλάμε για μια μέσης προς ισχυρής ισχύος καταιγίδα, αλλά όχι κάτι πολύ σπάνιο».

Συνεχίζοντας επισημαίνει ότι «υπήρχαν περιοχές όπου έπεσε περισσότερο νερό, υπήρχαν και περιοχές όπου έπεσε λιγότερο. Νομίζω ότι το μέγιστο που έφτασε ήταν 140 ml (δηλαδή 140 τόνους ανά στρέμμα) και συνέβη περίπου στο κέντρο της Αθήνας και σε περιοχές γύρω από αυτό, δηλαδή Νέα Φιλαδέλφεια, Πατήσια, Κολωνό. Στα προάστια και στις παρυφές του αστικού ιστού ήταν λιγότερα γύρω στο 90-100 ml ανάλογα με την περιοχή».

«Αντίστοιχες ήταν και οι επιπτώσεις, δηλαδή είχαμε κάποια πλημμυρικά φαινόμενα, αλλά όχι κάτι ιδιαίτερο. Ήταν χαμηλές οι επιπτώσεις, σε αντίθεση με ό,τι είδαμε στο πρόσφατο παρελθόν στις περιπτώσεις της Μάνδρας ή της Εύβοιας, όπου τα φαινόμενα ήταν εξόχως πιο ακραία. Είχαμε κάποια συγκέντρωση υδάτων που ήταν όμως αναμενόμενη» αναφέρει παράλληλα ο κύριος Διακάκης.

«Το νερό δεν μπορεί να φύγει προς τη θάλασσα, του έχουμε κλείσει τη δίοδο»

Απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με τα αίτια της εμφάνισης των πλημμυρικών φαινομένων ακόμη και σε περιπτώσεις μη ακραίων κακοκαιριών τονίζει:  «Αν δεν αλλάξει κάτι σε συγκεκριμένες περιοχές και στα χαρακτηριστικά κάποιων εθνικών έργων, τα οποία είναι εμφανώς ελαττωματικά, όπως για παράδειγμα η υπόγεια διάβαση στη Χαμοστέρνας, δυστυχώς θα βλέπουμε αντίστοιχα φαινόμενα. Κάτι τέτοιο θα συμβαίνει καθώς το νερό καταφεύγει διαρκώς στις ίδιες και τις ίδιες περιοχές. Δεν είναι τόσο θέμα συντήρησης αγωγών ομβρίων ή βουλωμένων φρεατιών, αλλά κυρίως αποτελεί ευρύτερο ζήτημα. ‘Έχουμε ένα τεράστιο οικιστικό, το οποίο είναι αδιαπέρατο, το νερό δεν έχει πού να πάει, δεν μπορεί να φύγει προς της θάλασσα, καθώς δεν του έχουμε δώσει τον απαραίτητο χώρο, με αποτέλεσμα να συγκεντρώνεται στα ίδια και τα ίδια σημεία, κυρίως όπου υπάρχουν ελαττωματικά έργα και δημιουργούν αντίστοιχα προβλήματα».

​​​​Σε ό,τι αφορά την εντεινόμενη ανησυχία για τις επιπτώσεις ενδεχόμενων ακραίων καιρικών φαινομένων, με φόντο και τις καμένες εκτάσεις στην Αττική και την Εύβοια, ο κύριος Διακάκης υπογραμμίζει: «Τα χειρότερα μπορεί να το δούμε ανά πάσα στιγμή, δεν μπορεί να προβλέψει κανείς πότε θα έρθει ένα ακραίο φαινόμενο. Όταν έρθει προφανώς θα έχουμε ζητήματα, καθώς είναι πολύ δύσκολο να οριοθετηθεί. Να καταφέρεις δηλαδή να βάλεις το νερό σε ένα κανάλι και να κυλήσει απρόσκοπτα προς τη θάλασσα. Γίνεται ακόμη πιο δύσκολο καθώς έχουμε φερτά υλικά, ακόμη δηλαδή και χωρίς καμένες εκτάσεις είναι εξαιρετικά δύσκολο να τα αντιμετωπίσεις».

«Σε ό,τι αφορά τις καμένες εκτάσεις, μπορούν ανάλογα με την περίπτωση να δημιουργήσουν μεγαλύτερο πρόβλημα. Στην περίπτωση της Αττικής και τη φωτιά του καλοκαιριού, πρόκειται για καμένες εκτάσεις σε περιοχή, η οποία δεν υποφέρει από πλημμυρικά φαινόμενα και εκτιμώ πως δεν θα επιτείνει το πρόβλημα. Σε ό,τι αφορά όμως την Βόρεια Εύβοια εκεί μιλάμε για διαφορετική κατάσταση, καθώς οι καμένες εκτάσεις πιθανότατα να είναι πιο επιδραστικές αναφορικά με τις ενδεχόμενες πλημμύρες. Βέβαια οφείλω να επισημάνω πως έχει να κάνει και με τον παράγοντα της τύχης, δηλαδή μπορεί να έχεις ένα ακραίο φαινόμενο φέτος, μπορεί όμως να προκύψει μετά από τρία, πέντε ή δέκα χρόνια, όταν η φύση θα έχει ανακάμψει σε ένα βαθμό» καταλήγει.

Ο διαρκής κίνδυνος υπερχείλισης Κηφισού-Ιλισού

Από τη μεριά του, μιλώντας επίσης στο tvxs.gr ο Αναπληρωτής Καθηγητής και  Διευθυντής Εργαστηρίου Αστικού Περιβάλλοντος του ΕΜΠ, Νίκος Μπελαβίλας, κάνει εκτενή αναφορά στο ζήτημα του Κηφισού και του Ιλισού, το οποίο βρίσκεται διαρκώς στο επίκεντρο προβληματισμού λόγω του προφανούς (και διαρκούς) κινδύνου υπερχείλισης, με τον υπουργό Εσωτερικών μάλιστα να επιβάλλει απαγόρευση κυκλοφορίας στην περιοχή το βράδυ της Πέμπτης.

Αναφερόμενος σε μια φωτογραφία του Ιλισού στα πρόθυρα υπερχείλισης που έκανε τον γύρο του διαδικτύου και ανήρτησε κι ο ίδιος στον λογαριασμό του στο facebook, σημειώνει πως αποτελεί μια ακόμη απόδειξη του πόσο κοντά βρισκόμαστε σε μια πολύ άσχημη εξέλιξη, ενώ υπογραμμίζει την ανάγκη άμεσων παρεμβάσεων.

«Στο φωτογραφία φαίνεται πως τα αυτοκίνητα και οι αυλές των σπιτιών είναι χαμηλότερα από τη στάθμη του νερού. Αν το ποτάμι το ίδιο έσπαγε ένα τοιχίο χθες το βράδυ, καθώς η σταθμη είχε φτάσει σε ψηλότερο σημείο από το δρόμο, θα πνιγόταν κυριολεκτικά το Μοσχάτο. Ευτυχώς που το παλιό τοιχίο συγκράτησε την υπερχείλιση. Ας μην ξεχνάμε πως ο Ιλισός έχει “σπάσει” σε πολλά σημεία μέσα στα χρόνια προς τη Χαμοστέρνας.Γι’ αυτό το λόγο επιμένω στην ανάγκη αναδιευθέτησης και ανοίγματος του Ιλισού. Τον Κηφισό δυστυχώς δεν μπορούμε να τον ανοίξουμε -τουλάχιστον η δική μας γενιά- με τη συσσώρευση των παρεμβάσεων που έχει υποστεί. Το Ιλισό όμως μπορούμε να τον ανοίξουμε και να διευθετήσουμε την κοίτη με πιο φιλική λογική στο περιβάλλον και έναν τρόπο που θα επιτρέπει να απορροφήσει μεγαλύτερες ποσότητες βρόχιμου νερού» υπογραμμίζει ο κύριος Μπελαβίλας.

«Ο Κηφισός αντέχει λίγο παραπάνω από όσο άντεχε στον Μεσοπόλεμο»

Αναφορικά, με τη “ρίζα” του προβλήματος, επισημαίνει: «Η διατομή του Κηφισού αντιστοιχεί στην μεταπολεμική Ελλάδα και όχι σε αυτή του 21ου αιώνα. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς πολύ καλός γνώστης της μετεωρολογίας ή της πολεοδομίας για αντιληφθεί πως ένα ποτάμι δεν θα αντέξει με αυτές τις διατομές, υπό αυτές τις συνθήκες. Το είδαμε λοιπόν χθες να είναι στο όριο».

Κάνοντας μια αναδρομή στο χρονικό της υπόθεσης υπενθυμίζει ότι  «η διαμόρφωση του Κηφισού έγινε το 2002 και με όρους της περασμένης 20ετίας. Επίσης, το συγκεκριμένο έργο έχει ένα χαρακτηριστικό: έγινε με γνώμονα την κατασκευή των λεωφόρων ταχείας κυκλοφορίας, τα μεγάλα πλάτη των λεωφόρων. Αυτό λοιπόν το κανάλι -η σημερινή λεωφόρος Κηφισού- που περνάει μέσα από την πόλη έχει όρια δεξιά και αριστερά, τις παλιές βιομηχανίες και τις συνοικίες του Περιστερίου, του Αιγάλεω και του Ελαιώνα. Προκειμένου όμως να υπάρξουν τα ρεύματα καθόδου και ανόδου, το ποτάμι δεν διευρύνθηκε, παρότι μπορούσε να διευρυνθεί, εφόσον είχε γίνει μια διαφορετική επιλογή κυκλοφοριακής διευθέτησης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να έχει την παμπάλαια διατομή του Μεσοπολέμου, με μεγαλύτερο ύψος και όχι με μεγαλύτερο πλάτος. Η συνέπεια όλων αυτών είναι να αντέχει λίγο παραπάνω από όσο άντεχε τον Μεσοπόλεμο, όταν η Αθήνα βρισκόταν στο ¼ του σημερινού πληθυσμού αλλά και στο 1/10 της σημερινής έκτασης».

«Κάθε φορά που υπερχειλίζουν ρέματα, κάνουμε τον σταυρό μας»

Ο κύριος Μπελαβίλας αναφέρεται με ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη «να ανοίξουμε τους “δρόμους του νερού”. Έχουμε μια Αθήνα δυστυχώς, η οποία χτίστηκε με όρους “μεταπολεμικής αντιπαροχής”, άνευ όρων δηλαδή. Με πάρα πολύ πυκνή δόμηση, με αυτό τον εγγυορυθμό των ρεμάτων που αποδείχτηκε τραγική επιλογή. Αυτό λοιπόν που εμείς σχεδιάζουμε ή διαδάσκουμε να προβλέπεται, το άνοιγμα δηλαδή της κοίτης υπερχείλισης στα 50 μέτρα, που χρειάζεται ένα ρέμα για να μην “φουσκώσει” και “πνίξει” περιοχές, δεν υπάρχει πουθενά στην Αττική. Κατά συνέπεια, κάθε φορα που “φουσκώνει” ένα ποτάμι ή ένα ρέμα, εμείς κάνουμε τον σταυρό μας. Θα ξεχειλίσει στους δρόμους, τις πλατείες και τα υπόγεια των σπιτιών» σημειώνει και προσθέτει:

«Όταν χειριζόμαστε λοιπόν πλέον ρέματα στην Αττική, και μιλάω και για τους τρεις οικιστικούς πολους -για τα Μεσόγεια, το Θριάσιο και για τον Κηφισό-, δεν μπορούμε να μιλάμε για τσιμεντένιους όγκους όταν σήμερα στη Μαδρίτη άνοιξαν τον ποταμό Μανθανάρες, ή στην Ολλανδία αποκαλύπτουν τα κανάλια τους. Όταν στη Σεούλ ξηλώσανε μέσα στο κέντρο της πόλης μια λεωφόρο όπως αυτή του Κηφισού και την ξανακάνανε ποτάμι ή όταν στα Τίρανα  ο τότε δήμαρχος και νυν πρόεδρος, Έντι Ράμα, έδωσε μια μεγάλη μάχη και καθάρισε ένα μικρό ποτάμι στην πόλη, δεν καταλαβαίνω για ποιο λόγο στην Αττική  συζητάμε ακόμη αν είναι αναγκαία η αποκάλυψη των ρεμάτων, στα  σημεία τουλάχιστον που μπορεί να γίνει αυτό».

Κλείνοντας, ο κύριος Μπελαβίλας σημειώνει με νόημα πως «όταν ζητάμε να μην τσιμεντώνουν το πάρκο Τρίτση ή το Ελληνικό, δεν το κάνουμε για λόγους αισθητικούς αλλά γιατί τα πάρκα αποτελούν ρυθμιστές των υδάτων, του οξυγόνου και της θερμοκρασίας της πόλης. Τα πάρκα είναι οι πνεύμονες ζωής που ρυθμίζουν πάρα πολλές λειτουργίες του περιβάλλοντος της πόλης. Δεν είναι δυνατόν να μην ολοκληρωθεί το οικολογικό πάρκο στο Φαληρικό Δέλτα και να συζητά η Περιφερειακή Διοίκηση να τοποθετήσει τσιμέντο για εμπορικές χρήσεις, γιατί κάτι τέτοιο θα απέτρεπε την απορρόφηση του νερού».

(ΠΗΓΗ : https://tvxs.gr )