Ήταν μια συγκλονιστική εμπειρία, ένα μνημείο στους πεσόντες ενώ ακόμη συνεχίζεται η καταστροφή. Το μνημείο είναι μια τοιχογραφία μήκους ενός χιλιόμετρου. Φιλοτεχνήθηκε από εθελοντές για να τιμηθούν τα θύματα του COVID-19 στο Ηνωμένο Βασίλειο. Αποτελείται από χιλιάδες κόκκινες και ροζ καρδιές, μια καρδιά για καθένα από τα περίπου 170.000 θύματα του COVID-19 στην Βρετανία.

Κάθε καρδιά, ζωγραφισμένη στο χέρι, αντιπροσωπεύει κάποιον που αγαπήθηκε. Κάποιον που χάθηκε νωρίς από την αρρώστια. Η αρχική ιδέα ήταν κάθε καρδιά να είναι «ζωγραφισμένη στο χέρι ξεχωριστά· εντελώς μοναδική, ακριβώς όπως τα αγαπημένα μας πρόσωπα που χάσαμε.»

Η πρωτοβουλία ξεκίνησε τα τέλη Μαρτίου 2020. Από τότε εθελοντές και συγγενείς των νεκρών του Covid έρχονται απ’ όλη την Βρετανία στον τοίχο, ζωγραφίζουν τις καρδούλες και τις αφιερώνουν στους αγαπημένους τους γράφοντας μέσα τους το όνομα τους ή και μερικά λόγια για την ζωή τους.

Το μνημείο βγάζει τους θανάτους από την απρόσωπη στατιστική τον αριθμών: «Τόσοι ήταν θετικοί στην λοίμωξη χτες, τόσοι είναι σε ΜΕΘ, τόσοι πέθαναν.» Το τείχος της μνήμης θυμίζει ότι αυτοί που έφυγαν ήταν παππούδες και γιαγιάδες, πατεράδες και μανάδες, παιδιά και εγγόνια. Όχι κάποια νούμερα στους πίνακες των επιδημιολόγων. Η τοιχογραφία οργανώθηκε από την καμπάνια «Δικαιοσύνη για τις οικογένειες που πενθούν από θανάτους του Covid» ( Covid Bereaved Families for Justice) και την ακτιβίστικη ομάδα «Μας Διοικούν Γάιδαροι» (Led By Donkeys).*

Το μνημείο αποτελεί την καλύτερη έκφραση δημόσιας και ζωντανής τέχνης. Μιας τέχνης που αφορά κανονικούς ανθρώπους και τις θυσίες τους, όχι ήρωες και celebrities, και φτιάχνεται από κανονικούς ανθρώπους. Είναι ακριβώς το αντίθετο από τις μεγαλόστομες και ασήμαντες μεγαλομανίες αυτών που στήνουν δημόσια μνημεία για να δοξαστούν οι ίδιοι, ευτελίζοντας συχνά αυτούς που απεικονίζονται.

Χωρίς αγάλματα και πλάκες, χωρίς επιφανείς γλύπτες και σοβαροφανή επιγράμματα, χωρίς συμβολικές μορφές και κρατική επιχορήγηση, που έμμεσα θα αποτιμούσε τιμή τους «γάιδαρους που μας διοικούν», ο τοίχος της μνήμης και της αγάπης λέει κάτι απλό από τη θέση του απέναντι από την έδρα της κυβέρνησης: «Χάσαμε τους αγαπημένους μας, κι εσείς που υποτίθεται ότι μας προστατεύετε, εσείς που βάζετε την ασφάλεια μας δήθεν στην πρώτη γραμμή, είτε δεν κάνατε τίποτε είτε χειροτερεύσατε τα πράγματα.»

Είναι όμως σωστό να φτιάχνουμε μνημείο σε μια καταστροφή που συνεχίζεται ακόμα; Τα μνημεία και οι επίσημοι λόγοι γίνονται συνήθως πολύ μετά.  Όταν τελειώσει η πανδημία όμως ένα μνημείο θα είναι όμως μια επίδειξη των επιζώντων, σύμβολο της μεγαλοψυχίας τους.

Το κίνημα των αγαλμάτων

Το 2020, το κίνημα για την απομάκρυνση αγαλμάτων και μνημείων που τιμούν δουλοκτήτες, αποικιοκράτες και ιμπεριαλιστές εξαπλώθηκε από το Κέιπ Τάουν, στο Μπρίστολ, το Λονδίνο, το Παρίσι, το Βερολίνο, το Βέλγιο.

Στον 21ο αιώνα, η φαντασία μας δεν συγκινείται πια από τα ομοιώματα της μνημειώδους ιστορίας, αλλά από τη σύγχρονη καινοτόμο τέχνη. Στην πλατεία Τραφάλγκαρ του Λονδίνου υπάρχουν τέσσερις πλίνθοι. Οι τρεις έχουν αγάλματα εφίππων στρατιωτικών παντελώς αγνώστων στο κοινό.

Μόνο ο τέταρτος πλίνθος προκαλεί ενδιαφέρον. Μπήκε για να στηρίξει κάποιο μελλοντικό ηρωικό άγαλμα αλλά από τη δημαρχία του «Κοκκίνου Κεν» Λιβινγκστόουν έχει γίνει προσωρινός εκθεσιακός χώρος για σύγχρονη τέχνη. Οι Λονδρέζοι αγάπησαν το γυμνό άγαλμα μιας εγκύου γυναίκας που είχε γεννηθεί χωρίς χέρια και με ατροφικά πόδια ή τις «Αδύναμες Δομές», άγαλμα παιδιού σε ξύλινο αλογάκι, ένα ειρωνικό σχολιασμό των μεγαλοπρεπών ιππέων.  Το «Ιδού ο Άνθρωπος», μια αναφορά στα μαρτύρια των προσφύγων, ήταν ένας γυμνός Χριστός με στεφάνι από συρματόπλεγμα.

Στο περίφημο «Ο Ένας και ο Άλλος» του Αντονι Γκόρμλει, 2.400 πολίτες εναλλάσσονταν για μια ώρα ο καθ’ ένας στον πλίνθο.  Ο Γκόρμλει, που δημιουργεί τις περίφημες «ανθρώπινες φιγούρες», που είδαμε και στη Δήλο πρόπερσι, δήλωσε: «Στην Τραφάλγκαρ με τα στρατιωτικά, πανηγυρικά και αρσενικά ιστορικά αγάλματά, η ανύψωση της καθημερινής ζωής στη θέση που προηγουμένως κατείχε η μνημειακή τέχνη μας επιτρέπει να προβληματιστούμε για την ποικιλομορφία, την ευαλωτότητα και την ιδιαιτερότητα του ατόμου. Οι άνθρωποι συναντιόνται για να κάνουν κάτι εξαιρετικό και απρόβλεπτο.»

Αυτό το εξαιρετικό και απρόβλεπτο κάνει το «κίνημα των αγαλμάτων» μια από τις πιο σημαντικές πρόσφατες πολιτικές πρωτοβουλίες. Δεν αλλάζει την ιστορία αλλά συντονίζει τη δημόσια μνήμη με τις ανάγκες και επιθυμίες του σημερινού ανθρώπου.  Ο τοίχος της μνήμης προχωράει ένα βήμα παραπέρα.  Είναι ταυτόχρονα μνημείο και μνημόσυνο, συγχρονίζεται με την ανάγκη της μνήμης και την συνεχιζόμενη εκατόμβη.

Οι συγγενείς θέλουν να απομνημονεύσουν τους δικούς τους ανθρώπους, με το όνομα, την ιδιότητα τους, την τραγική και αποτρέψιμη αιτία θανάτου τους. Δυο καρδιές που δένονται σαν μπαλόνια είναι αφιερωμένες σε ένα ζευγάρι που πέθανε με διαφορά εννιά ώρες. Φράσεις επαναλαμβάνονται: «Rest in Peace mum», «Εις μνήμην του παππού»,  «Θα σε θυμόμαστε πάντα», «Έφυγες αλλά δεν ξεχάστηκες, μανούλα μας».

Εδώ βρίσκεται ο πόνος αλλά και η καρτερία, η ανακούφιση,  η παραμυθία των κοινών: του κοινού πένθους, της κοινής ενσυναίσθησης, της κοινής μνήμης και της μοίρας που ήρθε πρόωρα. Όπως λέει ο Τζο Γκούντμαν, ένας από τους εμπνευστές του τείχους: «Λέγεται ότι το πένθος είναι αγάπη που δεν έχει που να πάει. Πάει στο τείχος». Πηγαίνει αντίθετα στην αμνησία και την ατιμωρησία των καιρών μας.

Το τείχος έχει τώρα και ψηφιακή μορφή, μπορείτε να το επισκεφτείτε στην ιστοσελίδα του (https://nationalcovidmemorialwall.org). Πρέπει να γίνει κάτι ανάλογο και για τις 20.000 νεκρούς στην Ελλάδα. Μόνο έτσι το όνομα και η ιδιότητα των νεκρών θα αναγνωριστεί δημόσια. Μόνο έτσι θα αποδράσουν από τους στατιστικούς πίνακες και θα γίνουν γυναίκες και άνδρες με ιστορία και ζωή. Πολλοί δεν μπόρεσαν να αποχαιρετήσουν τους νεκρούς τους.

Ένα πένθος που δεν ολοκληρώνεται εσωτερικεύεται, γίνεται αγιάτρευτη μελαγχολία. Με τα ονόματα στο τείχος, θα πενθήσουν οι αγαπημένοι τους δικούς τους και θα τα εγγράψουν στη δημόσια μνήμη. Μόνο έτσι ένα «ποτέ ξανά» θα ακουστεί και οι «γάιδαροι που μας διοικούν» θα δυσκολευτούν να γυρίσουν στην κανονικότητα που προετοίμασε την εκατόμβη. Μόνο μια κοινωνία που κάνει το πένθος και τη μνήμη της θεμέλιο της ανασύνταξης της μπορεί να ελπίζει σε ένα μέλλον δικαιοσύνης. Αυτή είναι η παρακαταθήκη των νεκρών και των αγαπημένων τους σ’ αυτούς που έρχονται.

*Έκφραση που χρησιμοποιήθηκε για τους διοικητές των Αγγλικών στρατευμάτων στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο που έστελναν τους στρατιώτες σε σίγουρο και άχρηστο θάνατο στα χαρακώματα του Βελγίου.

Τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν τον συντάκτη τους, χωρίς να συμπίπτουν κατ’ ανάγκη με την άποψη του Societe.gr.
ΠΗΓΗ :  https://tvxs.gr