Η Δικαιοσύνη σε ρόλο δεύτερο με φωτογραφικές διατάξεις

Αντα Ψαρρά

Παραπεμπτικό βούλευμα-καταπέλτης για επίορκους κρατικούς υπαλλήλους/εφοριακούς σε εφτά μεγάλες υποθέσεις φοροδιαφυγής κινδυνεύει να μείνει αδίκαστο εξαιτίας φωτογραφικής διάταξης της κυβέρνησης.

Μέσα στα χειρότερα χρόνια της κρίσης μια χούφτα υψηλόβαθμα κρατικά στελέχη, επιφορτισμένα με το καθήκον να υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον, φέρονται να έστησαν «παραμάγαζο» σβήνοντας πρόστιμα σε μεγάλες υποθέσεις φοροδιαφυγής. Με αλλεπάλληλες εισαγγελικές εντολές των ανώτατων οργάνων της Δικαιοσύνης από το 2013 και μετά το πέρας της προανάκρισης, της κύριας ανάκρισης και την υποβολής εισαγγελικής πρότασης, σύμφωνα με το οριστικό βούλευμα που καθαρογράφτηκε και εκδόθηκε στις 23.12.2021, οι μεν κρατικοί υπάλληλοι παραπέμπονται «για τα αδικήματα της απιστίας κατά του Ελληνικού Δημοσίου με προκληθείσα ζημία ποσού συνολικά άνω των 120.000 ευρώ κατά συναυτουργία, άπαξ και κατ’ εξακολούθηση», οι δε εκπρόσωποι των εταιρειών αλλά και τα φυσικά πρόσωπα των εφτά υποθέσεων που απασχόλησαν το Δικαστικό Συμβούλιο παραπέμπονται για «ηθική αυτουργία κατά μόνας και από κοινού στην ανωτέρω πράξη».

Μέχρι εδώ φαίνεται ότι η Δικαιοσύνη έπραξε το καθήκον της και με βάση το οριστικό βούλευμα οι κατηγορούμενοι για σοβαρότατα αδικήματα σε βάρος του Δημοσίου αναμένεται να δικαστούν στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων. Ομως τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι μια και η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιδιώκει ξανά να βάλει τη Δικαιοσύνη στο περιθώριο. Μια φαινομενικά ακατανόητη και «ξεκάρφωτη» διάταξη, που παρεισέφρησε στο νομοσχέδιο για την Εθνική Σχολή Δικαστών, αφαιρεί το δικαίωμα της Δικαιοσύνης να ασκήσει διώξεις αν δεν προηγηθεί αίτηση του διοικητή της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας.

Το νομοσχέδιο ψηφίστηκε συμπτωματικά τις ίδιες μέρες που αναμενόταν το βούλευμα της μεγάλης αυτής υπόθεσης φοροδιαφυγής κι ενώ ήδη οι κατηγορούμενοι γνώριζαν (νόμιμα ως διάδικοι) ότι πρόκειται να παραπεμφθούν. Το πολυσέλιδο βούλευμα άμεσα διαβιβάστηκε στον διοικητή της ΕΑΔ (στις αρχές Ιανουαρίου), αλλά μέχρι στιγμής δεν έχει ο ίδιος υποβάλει ακόμα το αίτημά του. Παραμένει η απορία για το πώς ακριβώς, σε περίπτωση που ο κ. Μπίνης δεν υποβάλει αίτημα, θα δικαστούν για ηθική αυτουργία όσοι τους παρότρυναν ή και τους δωροδόκησαν, όταν εκ προοιμίου θα έχουν αθωωθεί οι αυτουργοί. Ομως στο κράτος α λα Μητσοτάκη όλα γίνονται!

 

Το βούλευμα

Μετά το πέρας των διασκέψεων του Δικαστικού Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που ξεκίνησαν τον Οκτώβριο του 2021και ολοκληρώθηκαν στις 16.12.2021, εκδόθηκε το παραπεμπτικό βούλευμα φωτιά της ποινικής υπόθεσης κατά των κατηγορουμένων (αρχικά ήταν 18 αλλά κάποιοι στο μεταξύ είχαν αποβιώσει).

«Από το συγκεντρωθέν υλικό στα πλαίσια της κύριας ανάκρισης και της προηγηθείσας προκαταρκτικής εξέτασης και το εν γένει αποδεικτικό υλικό από τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τα έγγραφα, τις πορισματικές εκθέσεις (1. Ειδικών Επιθεωρητών Διεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών και 2. Ειδικού Συνεργείου Ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών), τις αναφορές της Επίκουρης Εισαγγελέως Οικονομικού Εγκλήματος – Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών Αγγελικής Κουρινιώτη, από τα υπομνήματα, τις έγγραφες εξηγήσεις και τις απολογίες των κατηγορουμένων, από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, κατ’ αξιολόγησή αυτού (του αποδεικτικού υλικού) με βάση την αρχής της ηθικής απόδειξης του άρθρου 177 του ΚΠοινΔ, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά […]».

Με δυο λόγια, σύμφωνα με το βούλευμα, προέκυψε ότι ενήργησαν με δόλο οι κατηγορούμενοι μέλη της πενταμελούς Επιτροπής Διοικητικής Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών (ΕΔΕΦΔ) που συστήθηκε το 2011, ορίζεται από τον υπουργό Οικονομικών και είναι αποκλειστικά αρμόδια για διοικητική επίλυση διαφοράς (καταλογισμός προστίμων) που υπερβαίνει το ποσό των 300.000 ευρώ. Η επιτροπή φέρεται να προχώρησε σε συνεργασία με τους ενδιαφερόμενους σε αλλεπάλληλες κινήσεις μείωσης ή και συνολικής διαγραφής προστίμων που ανέρχονται σε εκατομμύρια ευρώ.

Δύο ανώνυμες καταγγελίες στην Εισαγγελία Οικονομικού Εγκλήματος και μια σχετική ερώτηση στη Βουλή το 2013, η οποία υποβλήθηκε και στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, έκαναν λόγο «για μια ομάδα συνταξιούχων -ως επί το πλείστον- αλλά και εν ενεργεία εφοριακών, οι οποίοι σε συνεργασία με όλους τους επικεφαλής της Δ.Α.Κ.Ε. (συνδικαλιστικής παράταξης εφοριακών του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας), είχαν τοποθετήσει “ημετέρους” σε διευθυντικές θέσεις του Υπουργείου και είχαν οργανώσει με τη σύμπραξη αυτών μία “βιομηχανία” προσφυγών προς την Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. διά της οποίας, σε συνεννόηση με τα μέλη της και σε ευθεία παρέμβαση προς τους οικείους φορολογικούς ελέγχους, “καθάριζαν” τις υποθέσεις, επ’ ωφελεία των φορολογικώς υπόχρεων εισπράττοντας από τους ευεργετηθέντες φορολογούμενους, ως προμήθεια, περί το 25% των φόρων που διαγράφονταν».

Στη συνέχεια με αλλεπάλληλες εισαγγελικές παραγγελίες (Αρειος Πάγος και Οικονομική Εισαγγελία) αποφασίστηκε η διενέργεια Ειδικού Ελέγχου για τα μέλη της επιτροπής. Ο έλεγχος κατέληξε στην παραδοχή ποινικού ενδιαφέροντος για τριάντα πέντε (35) υποθέσεις που είχε διεκπεραιώσει με διοικητικό συμβιβασμό η επιτροπή. Τελικά μετά το πέρας της ανάκρισης ο εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών άσκησε τον Οκτώβριο του 2019 «ποινική δίωξη για τα αδικήματα της απιστίας κατά του Ελληνικού Δημοσίου με προκληθείσα ζημία ποσού συνολικά άνω των 120.000 ευρώ κατά συναυτουργία, άπαξ και κατ’ εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας κατά μόνας και από κοινού στην ανωτέρω πράξη, κατά των εμπλακέντων σε επτά (7) εν τέλει υποθέσεις που χειρίστηκε η Επιτροπή, οι οποίες και άγονται ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου προς κρίση σε συνύφανση με τα όσα διαλαμβάνονται στη συνημμένη εισαγγελική πρόταση της Επίκουρης Εισαγγελέως Οικονομικού Εγκλήματος Α. Κουρινιώτη».

Οι εφτά αυτές μεγάλες ποινικές υποθέσεις πέρα από τη ζημία εκατομμυρίων για το Ελληνικό Δημόσιο, αναδεικνύουν ένα τρομακτικό εύρος διαφθοράς κρατικών υπαλλήλων και διαπλοκής τους με οικονομικά συμφέροντα. Οι εταιρείες και τα φυσικά πρόσωπα των εφτά υποθέσεων που κρίθηκαν στο Δικαστικό Συμβούλιο αφορούν: μεγάλη αλυσίδα φούρνων, κατασκευαστική στη Μύκονο, βιομηχανίες στη Β. Ελλάδα, γιατρό μαιευτήρα γυναικολόγο, παράνομες μεταβιβάσεις κληρονομιάς κ.λπ. Ανάμεσά τους και η σκανδαλώδης υπόθεση των προστίμων που «εξαφανίστηκαν» και είχαν καταλογιστεί στον μακαρίτη Θ. Αναστασιάδη.

Εικονικά τιμολόγια, ανύπαρκτες εταιρείες, ξέπλυμα σε τράπεζες του εξωτερικού, εικονικές συναλλαγές, πλαστά έγγραφα, άγνωστες διευθύνσεις εταιρειών, φοροδιαφυγή, ανύπαρκτες πωλήσεις, δωρεές πλασματικές, μη τήρηση βιβλίων κ.λπ. Ολα αυτά κρίθηκαν καλώς καμωμένα μέχρι το 2013 από τα διορισμένα μέλη της επιτροπής.

«Σε όλες τις με κοινό δόλο αποφάσεις απαλοιφής ή περιστολής φορολογικών καταλογισμών παρών ο πρώτος κατηγορούμενος και πρόεδρος της Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. συνταξιούχος Νομικός Σύμβουλος του Κράτους που ουδέποτε είχε αντικατασταθεί από το νόμιμο αναπληρωτή του, πάντα δε τασσόταν υπέρ της βασιμότητας των αιτήσεων, με διαμόρφωση μάλιστα πλειοψηφίας σε επιμέρους περιστάσεις με την πρωτοκαθεδρία της ψήφου του, σε περίπτωση εξαγωγής ισόρροπου αποτελέσματος σε απαρτία της Επιτροπής με ζυγό αριθμό μελών» αναφέρει χαρακτηριστικά το βούλευμα.

Τελικά το Συμβούλιο κατέληξε στην απόφαση παραπομπής «στο ακροατήριο του καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμοδίου, δικάζοντος κακουργήματα, Τριμελούς Εφετείου Αθηνών τους κάτωθι (…) κατηγορούμενους για να δικασθούν ως υπαίτιοι διάπραξης των κατωτέρω αντιστοίχως χωροχρονικά περιγραφόμενων αδικημάτων ενεργώντας από κοινού, κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, τέλεσαν το έγκλημα της απιστίας, που στρέφεται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, προκαλώντας, κατά παράβαση των κανόνων επιμελούς διαχείρισης, εν γνώσει τους βέβαιη ζημία στην περιουσία του, της οποίας βάσει του νόμου είχαν την επιμέλεια, η οποία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ». Οι εννιά κατηγορούμενοι αυτουργοί που κατονομάζονται ήταν μέλη της πενταμελούς επιτροπής (με την εκάστοτε σύνθεσή της) που αποφάσισαν για κάθε μία από τις μεγάλες αυτές υποθέσεις υπέρ των εταιρειών και φυσικών προσώπων. Οι υπόλοιποι, όλοι εκπρόσωποι των εταιρειών και φυσικών προσώπων που παρακίνησαν στην αυτουργία, κατηγορούνται για ηθική αυτουργία.

Η πονηρή διάταξη ασυλίας

Αυτή είναι η τελευταία παράγραφος του βουλεύματος: «Το Δικαστικό Συμβούλιο ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τη διαβίβαση επίσημου αντιγράφου του παρόντος βουλεύματος στον Διοικητή της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας για τις δικές του κατά νόμο επιβεβλημένες ενέργειες προς διασφάλιση των εννόμων συμφερόντων του Ελληνικού Δημοσίου».

Κι αν κάποιος αναρωτηθεί γιατί δεν ασκήθηκαν, ως όφειλαν, οι διώξεις, ιδού η εξήγηση! Στον νόμο για την Εθνική Σχολή Δικαστών, που δημοσιεύτηκε σε ΦΕΚ στις 11.12.2021, ανάμεσα στα άρθρα που πράγματι αφορούν τη σχολή υπάρχει και η ουρανοκατέβατη διάταξη (αρ. 70) που τροποποιεί και… συμπληρώνει τα ισχύοντα προβλέποντας για την ποινική ευθύνη μελών οργάνων επίλυσης φορολογικών διαφορών ότι ο γενικός προϊστάμενος, ο πρόεδρος και τα μέλη των επιτροπών «δεν εξετάζονται, δεν διώκονται και δεν υπέχουν ποινική και αστική ευθύνη για αιτιολογημένη γνώμη ή εισήγηση ή πρόταση που διατύπωσαν ή απόφαση που εξέδωσαν ή παράλειψή τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, εκτός από την περίπτωση που ενήργησαν με πρόθεση και με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή να βλάψουν το Δημόσιο ή άλλον κατά τα οριζόμενα στις κείμενες ποινικές διατάξεις […]».

Ειδικότερα προβλέπεται πλέον ότι «για πράξεις ή παραλείψεις του προηγουμένου εδαφίου, ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από αίτηση του Διοικητή της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας (Ε.Α.Δ.) στην οποία τεκμηριώνεται ειδικά και εμπεριστατωμένα το γραπτό αίτημα του Διοικητή και εντός αποκλειστικής προθεσμίας τεσσάρων (4) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος ή έως την ημερομηνία συμπλήρωσης της παραγραφής του σχετικού εγκλήματος αν αυτή επέρχεται νωρίτερα. Εφόσον δεν υποβληθεί αίτηση, παύει η ποινική δίωξη και η υπόθεση τίθεται στο αρχείο».

Και το «κερασάκι»; «Η διάταξη αυτή καταλαμβάνει τον Προέδρο και τα μέλη της Επιτροπής Διοικητικής Επίλυσης Φορολογικών Διάφορων του άρθρου 70Α του ν. 2238/1994 (Α’ 151), σε σχέση με τις γνώμες που διατύπωσαν ή τις αποφάσεις που εξέδωσαν ή τις παραλείψεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, για το χρονικό διάστημα συμμετοχής τους στην παραπάνω επιτροπή».

Αρχείο ή δικαστήριο;

Τώρα λοιπόν, μετά την τόσο «συμπτωματική» αυτή διάταξη, ο μόνος τρόπος για να προχωρήσει και να εκδικαστεί η υπόθεση των επίορκων κρατικών στελεχών είναι η αίτηση του κ. Αγγ. Μπίνη. Μια μοναδική δηλαδή ευκαιρία για την Εθνική Αρχή Διαφάνειας να αποδείξει ότι σέβεται την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και αγωνίζεται για την καταπολέμηση της διαφθοράς. Ιδού λοιπόν η Ρόδος…

Δυστυχώς βέβαια, και ανεξάρτητα από το τι θα πράξει η ΕΑΔ, αποδεικνύεται ότι την ώρα που η Ελλάδα από το 2020 ξεκίνησε και πάλι να κατρακυλάει στον Διεθνή Δείκτη Κράτους Δικαίου (διαπλοκή, διαφθορά, ατιμωρησία κ.λπ.) η σημερινή κυβέρνηση συνεχίζει στον ολισθηρό δρόμο της σταδιακής περιθωριοποίησης της Δικαιοσύνης με τη μέθοδο των εξαιρέσεων. Αρχικά κατάργησε το αυτεπάγγελτο του εισαγγελέα για τις διοικήσεις όλων των φορέων και οργανισμών που δεν ανήκουν στο στενό Δημόσιο αν προηγουμένως δεν εγκριθεί η παραπομπή από τις διοικήσεις τους, ενώ το ίδιο θεσπίστηκε από την πρώτη στιγμή με την ασυλία στα τραπεζικά στελέχη. Με νόμους πλέον -και όχι με αναχρονιστικές προσπάθειες επηρεασμού δικαστικών λειτουργών- θα αθωώνονται εκτός δικαστικής διαδικασίας όσοι αποδεδειγμένα έβαλαν το χέρι στο μέλι! Τα δε ανώτατα όργανα της Δικαιοσύνης προς το παρόν φαίνεται δυστυχώς να αρκούνται σε ρόλο παρατηρητή.

ΠΗΓΗ : https://www.efsyn.gr