Madrugada / Μαγική η σχέση μας με την Ελλάδα

Θάνος Μαντζάνας 

Οι Madrugada περιμένουν τόσο πολύ την εμφάνισή τους στο Καλλιμάρμαρο το Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου όσο και οι πολυάριθμοι/ες φίλοι/ες τους στην Ελλάδα. Αυτό θα μπορούσε να είναι το συμπέρασμα από την συνέντευξη Τύπου που έδωσε το νορβηγικό συγκρότημα χθες στο roof garden ενός υπό ανακαίνιση μεσοπολεμικού ξενοδοχείου στο κέντρο της Αθήνας και την παρακολούθησε ένας αληθινά ασυνήθιστα μεγάλος αριθμός εκπροσώπων των ελληνικών ΜΜΜ.

Παρόντες ήταν τα τρία ιδρυτικά μέλη των Madrugada, ο τραγουδιστής Sivert Høyem, ο μπασίστας Frode Jacobsen και ο ντράμερ Jon Lauvland Pettersen. Το τέταρτο ήταν ο κιθαρίστας Robert Burås, που ο υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες τόσο πρόωρος θάνατός του το ’07 τους υποχρέωσε να διαλυθούν την επόμενη χρονιά. Το ’19 όμως, με αφορμή την επέτειο των είκοσι ετών από την κυκλοφορία του πρώτου album τους «Industrial Silence», επανενώθηκαν για μια περιοδεία σε πολλές χώρες. Η αποδοχή και η αγάπη του κόσμου σε αυτή την περιοδεία ήταν τόσο μεγάλη ώστε στις αρχές της χρονιάς κυκλοφόρησαν νέο album, το πρώτο μετά από δεκατέσσερα χρόνια, με τίτλο «Chimes At Midnight» και δύο session κιθαρίστες να υποκαθιστούν τον Robert Burås.

Οπως ήταν φυσικό λοιπόν, η συζήτηση που συντόνισε η συγγραφέας Βάσια Τζανακάρη ξεκίνησε από τον εμβληματικό τόσο για τους ίδιους όσο και για το κοινό πρώτο δίσκο τους, το «Industrial Silence». «Προσπαθούσαμε μεν να κάνουμε κάτι καλό και διαφορετικό από τα συνηθισμένα ως αρχή, αλλά δεν είχαμε ιδέα ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα ούτε φυσικά ποια και πόση απήχηση θα είχε στον κόσμο. Αυτό δεν το ξέρεις και δεν μπορείς να το προγραμματίσεις ποτέ, το διαπιστώνεις σιγά – σιγά, στο πέρασμα του χρόνου», είπε ο Sivert Høyem. «Αν μας έλεγες τότε ότι είκοσι χρόνια αργότερα θα υπήρχαμε ξανά ως συγκρότημα και θα παίζαμε μουσική, δεν θα σε πιστεύαμε. Ούτε πριν δέκα χρόνια θα σε πιστεύαμε αν μας έλεγες ότι τώρα θα είχαμε κυκλοφορήσει νέο δίσκο και θα βρισκόμασταν εδώ δίνοντας συνέντευξη! Ίσως γι’ αυτό ακριβώς το νέο album έχει αρκετά κοινά με το ‘Industrial Silence’, κάτι τα συνδέει», συμπλήρωσε ο Jon Lauvland Pettersen.

Για την σχέση τους με την Ελλάδα ο Sivert Høyem είπε ότι «εμφανιστήκαμε για πρώτη φορά εδώ το 2000, ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία τού ‘Industrial Silence’, και ήσασταν το καλύτερο και πιο ενθουσιώδες κοινό που είχαμε παίξει μέχρι τότε αλλά και μπορούσαμε ποτέ να φανταστούμε. Γι’ αυτό και ήρθαμε ξανά και ξανά, όπως ήρθα και πολλές φορές στη συνέχεια, στη διάρκεια της προσωπικής διαδρομής μου. Αν και ως άνθρωποι και ως μπάντα είχαμε από τότε μεταξύ μας ένα πολύ ιδιαίτερο χιούμορ, τα τραγούδια μας εξαρχής προέκυπταν μελαγχολικά και ελεγειακά. Εδώ στην Ελλάδα το αντιληφθήκατε αμέσως αυτό και μας αντιμετωπίσατε πάρα πολύ σοβαρά, περισσότερο ίσως και από όσο στην ίδια τη χώρα μας. Το είχαμε πολύ μεγάλη ανάγκη αυτό τότε, ως άνθρωποι, ως μουσικοί αλλά και συλλογικά ως συγκρότημα. Η σχέση μας με την Ελλάδα ήταν και παραμένει μοναδική, μαγική. Δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε άλλη χώρα όπου θα παίζαμε σε έναν χώρο σαν το Καλλιμάρμαρο. Για την ακρίβεια, πουθενά αλλού στον κόσμο δεν θα παίζαμε σε ένα Ολυμπιακό στάδιο»!

Για το πώς θα αποκαλούσαν τη μουσική τους, ο Sivert Høyem είπε ότι «ειδικά στην εποχή μας υπάρχει τόση μεγάλη σύγχυση με όλες αυτές τις ταμπέλες και τις ορολογίες ώστε προτιμώ να μην ασχολούμαι καθόλου μαζί τους. Θα έλεγα ότι είμαστε ένα rock συγκρότημα. Φυσικά, έχουμε και πολλές άλλες και διαφορετικές μεταξύ τους επιρροές, από το punk, τη διεθνή ανεξάρτητη (indie) σκηνή, ακόμα και από τα blues. Αλλά τελικά δεν είμαστε παρά μια rock μπάντα». «Είναι πολύ πιο εύκολο έτσι», συμπλήρωσε με ένα χαμόγελο γεμάτο πονηρά υπονοούμενα ο Frode Jacobsen.