Δραματική είναι η κατάσταση που βιώνουν πολλά νοικοκυριά με φόντο την εκτόξευση της ακρίβειας σε συνδυασμό με το πολύ χαμηλό επίπεδο των μισθών στη χώρα μας.

Τα συγκεκριμένο μάλιστα αδιέξοδο, σύμφωνα με πολλούς ειδικούς, δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να ξεπεραστεί με την πρόσφατη αύξηση κατά 2% του κατώτατου μισθού, ενώ και η εκτιμώμενη νέα αύξηση -ως 6%- από 1η Μαϊου κρίνεται ανεπαρκής.

Σημειώνεται πως οι κοινωνικοί εταίροι θα πρέπει να στείλουν τις τελικές προτάσεις τους για το ύψος της αύξησης μέχρι τις 15 Μαρτίου, ώστε να ακολουθήσει προφορική διαβούλευση έως τις 30 Μαρτίου, προκειμένου να διαμορφωθεί το πλαίσιο της τελικής πρότασης του ΚΕΠΕ προς τον υπουργό Εργασίας.

Κάτω από το όριο της απόλυτης φτώχειας ο κατώτατος μισθός  – “Στα τάρταρα” και οι εργαζόμενοι μερικής απασχόλησης

Σε κάθε περίπτωση τα στοιχεία που παρουσιάζει το ΙΝΕ ΓΣΕΕ σε έκθεσή του αναφορικά με τα δεδομένα που αντιμετωπίζουν 750 χιλιάδες μισθωτοί που αμείβονται με τις κατώτατες αποδοχές στην Ελλάδα “μιλούν από μόνα τους”.

Ειδικότερα, όπως επισημαίνεται σε σχετικό υπόμνημα, στη χώρα μας “ο κατώτατος μισθός βρίσκεται κάτω από το όριο της απόλυτης και της σχετικής φτώχειας. Είναι υπερβολικά χαμηλός για να εξασφαλίζει αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης. Ένα μεγάλο ποσοστό μισθωτών λαμβάνει τον κατώτατο μισθό, επομένως ο κίνδυνος φτώχειας για τους απασχολουμένους (in-work poverty) και ειδικότερα για τις γυναίκες είναι αρκετά υψηλός, και γίνεται ακόμη μεγαλύτερος αν συμπεριλάβουμε εκείνους που αμείβονται χαμηλότερα από τον κατώτατο μισθό”.

Σύμφωνα δε με μια πρόσφατη μελέτη (Vacas-Soriano, 2021), το ποσοστό των μισθωτών στην Ελλάδα που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό και ζουν σε συνθήκες υλικής στέρησης ανέρχεται στο 46%, αποτελώντας -με μεγάλη διαφορά- το υψηλότερο ποσοστό ανάμεσα στα κράτη-μέλη της ΕΕ.

Παράλληλα, το ΙΝΕ ΓΣΕΕ σημειώνει πως “η αγοραστική δύναμη του κατώτατου μισθού στην χωρα ας είναι η 5η χαμηλότερη σε όλη την ΕΕ”,  υπενθυμίζοντας πάραλληλα ότι η Ελλάδα είναι το μόνο κράτος-μέλος το οποίο υπέστη απώλεια αγοραστικής δύναμης του κατώτατου μισθού σε σχέση με το επίπεδο του 2010 (-9,45%), όταν στα υπόλοιπα κράτη-μέλη υπήρξε πολύ μεγάλη αύξηση.

Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τα στοιχεία του Ινστιτούτου σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση βρίσκονται και οι εργαζόμενοι σε καθεστώς μερικής απασχόλησης, οι οποίοι είδαν την απώλεια της αγοραστικής δύναμής τους την περίοδο Αυγούστου-Δεκεμβρίου του περασμένου έτους προοδευτικά να φτάνει το 13,7%. Το αντίστοιχο ποσοστό για τους αμειβόμενους με τον κατώτατο μισθό ανήλθε στο 10,7% ενώ οι απώλειες σε ότι αφορά το μέσο μηνιαίο ατομικό διαθέσιμο εισόδημα αγγίζουν το 6,9%.

Πολύ χαμηλή η αύξηση του κατώτατου μισθού σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ

Επιπλέον, απογοητευτική είναι και η σύγκριση της πορείας του κατώτατου μισθού τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα με την αντίστοιχη σε άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ. Κι αυτό γιατί η χώρα μας αποτελεί την μοναδική περίπτωση εντός του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, όπου δεν έγινε καμιά απολύτως αύξηση του κατώτατου μισθού της διετία 2020-2021.

Αντίθετη πορεία βλεπουμε στην περίπτωση της Γερμανίας, στην οποία πρόθεση της κυβέρνησης είναι να αυξηθεί άμεσα ο κατώτατος μισθός κατά 15%, ώστε να ξεπεράσει το 60% του διάμεσου εισοδήματος, το οποίο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει ως στόχο για να καταστεί ο κατώτατος ένας μισθός αξιοπρεπούς διαβίωσης. Ταυτόχρονα, οι αυξήσεις των κατώτατων μισθών στα περισσότερα κράτη-μέλη της ανατολικής Ευρώπης κυμαίνονται μεταξύ 11% και 22%.

“Σημαντικότατη η μείωση της αγοραστικής δύναμης”

Μιλώντας στο tvxs επί του ζητήματος ο Επιστημονικός Διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασίας ΙΝΕ ΓΣΕΕ και Καθηγητής στο Οικονομικό Τμήμα του Πανεπιστημίου της Αθήνας, Γιώργος Αργείτης, σημειώνει ότι “πράγματι πολλοί από τους μισθωτούς που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό βρίσκονται όχι απλά στο όριο της φτώχειας, αλλά πιθανότατα και κατω από αυτό. Έχει αυξηθεί δηλαδή το ποσοστό των εργαζόμενων νοικοκυριών που βρίσκονται σε κατάσταση υλικής στέρησης, δηλαδή κοντά σε αυτό που ονομάζουμε απόλυτη φτώχεια”.

Ο ίδιος επισημαίνει παράλληλα: “Στην έρευνα προσπαθήσαμε να μετρήσουμε πόσο μειώνεται η αγοραστική δύναμη του κατώτατου μισθού σε συνάρτηση με την ακρίβεια. Για παράδειγμα, με τα νεότερα στοιχεία αυτό το ποσοστό της μείωσης της αγοραστικής δύναμης έχει αυξηθεί στο 14%”.

“Too little too late η πρόσφατη αύξηση του κατώτατου μισθού”

“Αυτό που μπορούμε στατιστικά να κάνουμε είναι να πάρουμε τις σταθμίσεις που χρησιμοποιεί η ΕΛΣΤΑΤ για το «καλάθι της νοικοκυράς»” προσθέτει και συνεχίζει: “Με βάση αυτές υπολογίζεται η επιβάρυνση του καλαθιού και εμείς κάναμε αναγωγή στο επίπεδο του κατώτατου μισθού. Στο πρόσφατο δελτίο που εκδώσαμε ως ΙΝΕ ΓΣΕΕ κάναμε αναγωγή και σε ότι αφορά τον μέσο μισθό των εργαζομένων με μερική απασχόληση, όπου η κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη. Αν υποθέσουμε δηλαδή ότι για όσους βρίσκονται στον κατώτατο μισθό -με βάση και τα στοιχεία του Ιανουαρίου- η μείωση της αγοραστικής δύναμης έφτασε το 14%, για εκείνους με μερική απασχόληση το αντίστοιχο ποσοστό έφτασε το 15%. Μιλάμε για μια σημαντικότατη μείωση της αγοραστικής δύναμης”.

“Οφείλουμε δε να επισημάνουμε πως η επίσημη μέτρηση βάσει των σταθμίσεων που χρησιμοποιεί η ΕΛΣΤΑΤ και τα οποία δείχνουν την μείωση της αγοραστικής δύναμης, πιθανότατα υποεκτιμά την πραγματική επιβάρυνση που υφίστανται τα νοικοκυριά με βάση τις πρόσφατες εξελίξεις. Αυτή η επιβάρυνση πολύ φοβάμαι πως θα λάβει δραματικό χαρακτήρα” αναφέρει ο κύριος Αργείτης.

Υπογραμμίζει μάλιστα πως “η πρόσφατη αύξηση του κατώτατου μισθού του 2% από την κυβέρνηση  ήταν σίγουρα too little too late. Όπως επίσης η αύξηση που ακούγεται ότι θα δοθεί -αυτή του 6%- δεν είναι αρκετή για να περιορίσει σοβαρά τις απώλειες της αγοραστικής δύναμης. Θα έχει βέβαια μια θετική επίδραση, αλλά πάλι απέχει πολύ από το να προστατεύσει τους εργαζόμενους από το κύμα ακρίβειας”.

“Το σκεπτικό για τον καθορισμό του κατώτατου μισθού και η ελληνική ιδιαιτερότητα”

Αναφερόμενος στο σκεπτικό που υπάρχει σχετικά με τον καθορισμό του κατώτατου μισθού ο κύριος Αργείτης επισημαίνει: “Ένας τρόπος, που συγκλίνουν πολλοί αναφορικά με την διαδικασία αύξησης του κατώτατου μισθού -κι έχει υιοθετηθεί και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή-, είναι ότι θα πρέπει αυτός να είναι ίσος είτε με το 60% του διάμεσου μισθού είτε με το 50% του μέσου μισθού της πλήρους απασχόλησης. Εφόσον λοιπόν κάποιος γνωρίζει τον διάμεσο ή τον μέσο μισθό, μπορει και να αντιληφθεί ποιο είναι αυτό το επίπεδο. Στη συνέχεια μπορεί να συγκρίνει τον τρέχοντα κατώτατο μισθό για να δει πόσο αποκλίνουν και τι πρέπει να γίνει. Εδώ πάντως υπάρχει και ένας αστερίσκος. Κι αυτό γιατί αν η απόκλιση είναι μεγάλη, το να πει κάποιος ότι αυτή πρέπει να μηδενιστεί με τη μία, ενδεχομένως και να έχει αρνητικές συνέπειες στην οικονομία”.

“Το ιδανικό θα ήταν οι κοινωνικοί εταίροι να συμφωνούσαν σε ένα χρονοδιάγραμμα, που θα ήταν ο οδηγός προκειμένου να πάει ο κατώτατος μισθός και να “ακουμπήσει” στους δυο προαναφερθέντες δείκτες, οι οποίοι επίσης θα μπορούσαν να προκύψουν μέσα από ενδελεχή διάλογο” σημειώνει συνεχίζοντας  ο Επιστημονικός Διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασίας ΙΝΕ ΓΣΕΕ.

Αναφορικά με την πρόταση της Συνομοσπονδίας επί του ζητήματος λέει: “Εμείς προτείνουμε να πάει άμεσα ο κατώτατος μισθός στα 751 ευρώ. Υπενθυμίζω πως αυτό ήταν το επίπεδο του κατώτατου μισθού το 2012 πριν έρθει το δεύτερο μνημόνιο και τον κατακρεουργήσει μειώνοντάς τον κατά 22%, ενώ είναι και ένα πάγιο συνδικαλιστικό αίτημα. Θεωρούμε επιπλέον πως είναι ένα καλό πρώτο βήμα να οδηγηθούμε από τα 663 στα 751 ευρώ”.

Σε ό,τι έχει να κάνει με τα αίτια που έχουν οδηγήσει σε τόσο διαφορετικές προσεγγίσεις τονίζει: “Σαφέστατα η ιδεολογία, η πολιτική προσέγγιση και τα συμφέροντα παίζουν τον ρόλο τους. Είναι άλλωστε προφσνές πως δεν έχουν όλες οι κυβερνήσεις ούτε όλοι οι κοινωνικοί εταίροι την ίδια προσέγγιση. Υπάρχουν για παράδειγμα εκείνοι που προτάσσουν την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας”.

Τέλος, ο κύριος Αργείτης αναφέρεται και στην “ελληνική ιδιαιτερότητα” πάνω στο θέμα. “Αυτό που συνέβη στην χώρα μας τα τελευταία χρόνια -επί διακυβέρνησης ΝΔ- είναι μοναδικό. Μετά δηλαδή από την τελευταία αύξηση του κατώτατου μισθού από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ το 2019, δεν είχαμε καμιά αύξηση το 2020, όταν ξέσπασε η πανδημία -αν και σε πολλές άλλες χώρες δοθηκαν μικρές έστω αυξήσεις. Επιπλέον, το 2021 η απόφαση που ελήφθη αφορούσε να δοθεί αύξηση του 2% από το 1/1/2022. Έτσι η Ελλάδα βρέθηκε να είναι η μόνη χώρα στην ΕΕ που δεν είχε καμιά αύξηση του κατώτατου μισθού για δυόμιση χρόνια” καταλήγει.

ΠΗΓΗ : https://tvxs.gr