Η ακρόαση στη Διακομματική Επιτροπή ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Σε σχόλια μετά το τέλος της συνεδρίασης, ευρωβουλευτές ζητούσαν λεπτομέρειες για την υπόθεση και εξέφραζαν ερωτηματικά για το κράτος δικαίου στην Ελλάδα καθώς και για το γεγονός ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει ζητήσει αποζημίωση από τη Novartis. Σημειώνεται ότι είχαν προηγηθεί παρασκηνιακές προσπάθειες της ΝΔ να ματαιωθεί η ακρόαση και η παρουσία της κας Τουλουπάκη στην Διακομματική Επιτροπή κατά της Διαφθοράς.

Η πρώην επικεφαλής εισαγγελέας κατά της διαφθοράς Ελένη Τουλουπάκη εξήγησε στους ευρωβουλευτές ότι «ήταν η επικεφαλής Εισαγγελέας κατά της διαφθοράς στην Ελλάδα και ερεύνησε τα αδικήματα που διαπράχθηκαν από Έλληνες αξιωματούχους στο διεθνές σκάνδαλο δωροδοκίας της Νοvartis». Για αυτή την έρευνα, όπως είπε, αντιμετωπίζει τώρα κακουργηματικές κατηγορίες για κατάχρηση εξουσίας και εγκληματική οργάνωση, «μετά από παράνομη δίωξη, που δεν ασκείται από την τακτική δικαιοσύνη αλλά από την πλειοψηφία που συγκροτούν στο Ελληνικό Κοινοβούλιο τα δύο κόμματα που εμπλέκονται στο σκάνδαλο».

Η πρόσκληση της κυρίας Τουλουπάκη στην Επιτροπή κατά της Διαφθοράς, αποφασίστηκε μετά από εισήγηση του ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, Στέλιου Κούλογλου, ο οποίος είναι μέλος του προεδρείου της. Η ακρόαση προκάλεσε μεγάλο ενδιαφέρον και την παρακολούθησαν δεκάδες ευρωβουλευτές. Από Έλληνες ευρωβουλευτές συμμετείχαν ακόμη οι κυρίες Μ. Σπυράκη και Α. Μ. Ασημακοπούλου καθώς και ο Γ. Κύρτσος, που αναμένεται να «τιμωρηθεί» από το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα για τις θέσεις πάνω στο σκάνδαλο Novartis.

Στην εισήγηση της, η κα Τουλουπάκη διηγήθηκε ότι όταν η ίδια και οι συνεργάτες της, ερευνώντας το σκάνδαλο, άγγιξαν «πολιτικά πρόσωπα της Ελλάδας, ξεκίνησε μια ενορχηστρωμένη επίθεση εναντίον μας και εναντίον όσων συνεισέφεραν στοιχεία στην υπόθεση». Απαρίθμησε τις μηνύσεις εις βάρος των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος, και τις προσπάθειες αποκάλυψης της ταυτότητας τους, τις μηνύσεις εις βάρος της ίδιας και των συνεργατών της, αλλά και την σύσταση προανακριτικής επιτροπής για τον πρώην αναπληρωτή υπουργό Δικαιοσύνης με την κατηγορία ότι έστησε «σκευωρία», στην οποία «συνεργοί» ήταν οι εισαγγελείς και δημοσιογράφοι, που ερευνούσαν την υπόθεση.

Τέλος, εξιστόρησε πως όταν δεν κατάφερε η κυβέρνηση της ΝΔ να της αφαιρέσει τη δικογραφία για τη Novartis, κατήργησε συλλήβδην την Εισαγγελία Διαφθοράς, ενώ ακολούθησαν οι πρωτοφανείς διώξεις εις βάρος των δικαστικών λειτουργών.

Συμπερασματικά, η Ε. Τουλουπάκη σχολίασε πως οι εξελίξεις αυτές «κατατείνουν στη φίμωση της Δικαιοσύνης, στο πιο πολύτιμο καταφύγιο όλων των πολιτών της Ένωσης και στο μόνο μέσο διαφύλαξης των οικονομικών συμφερόντων της», ενώ κάλεσε σε ενεργοποίηση των ευρωπαϊκών και διεθνών ελεγκτικών μηχανισμών για τη διερεύνηση της υπόθεσης. «Όταν βάλλεται το κράτος Δικαίου στην Ελλάδα, θύμα είναι πέρα από τη χώρα μου και η ΕΕ και τα συμφέροντά της, τα οποία και οφείλουμε να διαφυλάξουμε. Εγώ κατά ένα λόγο παραπάνω για να τιμήσω τον ιερό όρκο που έδωσα, να υπερασπίζομαι την πατρίδα μου και το δίκαιο», ανέφερε.

Με τη σειρά του, ο Στ. Κούλογλου, τόνισε πως «η Novartis παραδέχθηκε στις ΗΠΑ το σκάνδαλο που έλαβε χώρα στην Ελλάδα. Πληρώνει μεγάλο πρόστιμο στις ΗΠΑ και όχι στην Ελλάδα. Δε το λέει μόνο η αντιπολίτευση αυτό. Το λέει και ο ευρωβουλευτής του ΕΛΚ, Γιώργος Κύρτσος, που εκδιώχθηκε από τη ΝΔ επειδή δήλωσε ότι πρόκειται πράγματι για ένα διεθνές σκάνδαλο. Οι πρακτικές διαφθοράς της φαρμακευτικής επηρέασαν τις τιμές φαρμάκων πανευρωπαϊκά».

Ο, δε, Γ. Κύρτσος, δήλωσε ότι «σήμερα το απόγευμα θα με “δικάσουν” στο ΕΛΚ, αντί να συζητάμε για την Ουκρανία. Είναι ένα τεράστιο σκάνδαλο. Ασκούσα κριτική και στην προηγούμενη κυβέρνηση, γιατί αντί να κυνηγάνε τη Novartis κυνηγούσαν δέκα πολιτικά πρόσωπα. Ασκώ κριτική και στην κυβέρνηση της ΝΔ γιατί αντί να κυνηγάνε την εταιρεία κυνηγάνε την Τουλουπάκη. Είναι μεγάλη ντροπή του πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα που κανείς δεν κυνηγάει τη Novartis. Αν είναι να με πετάξουν έξω και από το ΕΛΚ για αυτό, ας γίνει. Μόνο στην Ουγγαρία και στην Πολωνία βλέπουμε τέτοιες διώξεις δημοσιογράφων και δικαστικών».

Η Μαρία Σπυράκη υποστήριξε τις θέσεις της ελληνικής κυβέρνησης όπως και η Άννα Μισέλ Ασημακοπούλου, που μεταξύ των άλλων ρώτησε την κ. Τουλουπάκη με τι χρήματα ταξίδεψε στο Στρασβούργο. Η Ελληνίδα δικαστικός απάντησε ότι ήρθε με δικά της έξοδα.

Απαντώντας σε ερωτήσεις ευρωβουλευτών της ΝΔ  για το αν εμπιστεύεται την ελληνική δικαιοσύνη και αν υπαινίσσεται πολιτικές παρεμβάσεις στην υπόθεσή της, απάντησε εμμέσως ότι «οι τρεις εισαγγελείς διαφθοράς που ερεύνησαν την υπόθεση δεν διώκονται από την τακτική δικαιοσύνη αλλά από τη βουλή, η πλειοψηφία της οποίας ελέγχεται από την εκτελεστική εξουσία. Συμμετείχαν ως μέλη του κοινοβουλίου που μας παρέπεμψε, πρόσωπα που ήταν υπό διερεύνηση στην υπόθεση Novartis, που στη συνέχεια κατέθεσαν ως μάρτυρες κατηγορίας των ελεγκτών τους. Ενώ με πρόσφατη φωτογραφική ρύθμιση, θα παραστούν σε τυχόν δίκη μας προς υποστήριξη της κατηγορίας εις βάρος μας».

«Δεν πρόκειται απλώς για σύγχυση της διάκρισης των εξουσιών αλλά για απόλυτη απορρόφηση της δικαστικής και της νομοθετικής εξουσίας από την εκτελεστική, άλλως η κατάλυση του κράτους δικαίου», ανέφερε και πρόσθεσε:

«Το ζήτημα είναι θεσμικό, ήμουν και θα παραμείνω στον πυρήνα μου, μια δικαστική λειτουργός. Κατά συνέπεια θέτω τα ζητήματα που αφορούν στο κράτος δικαίου στη χώρα μου. Ποιος παραβιάζει αυτό το άβατο μου είναι αδιάφορο, θα είχα την ίδια αντιμετώπιση απέναντι σε οποιοδήποτε πολιτειακό παράγοντα που θα αξιοποιούσε τη θεσμική του εξουσία σε βλάβη του κράτους δικαίου. Και ασφαλώς παραβίαση του κράτους δικαίου είναι επί δύο χρόνια συνεχείς δηλώσεις κυβερνητικών αξιωματούχων, που προεξοφλούν την ενοχή μας αδιαφορώντας για το τεκμήριο αθωότητας αλλά και την πάγια Νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιώματων».

Αναλυτικά η παρέμβασή της

Αρχικά, ανέφερε ότι γίνονται «σκανδαλώδεις και κατ’ εξακολούθηση παραβιάσεις του Κράτους Δικαίου στην Ελλάδα». Ξεκινώντας να περιγράφει την υπόθεση επεσήμανε πως «ήμουν η επικεφαλής της Εισαγγελίας Διαφθοράς στην Ελλάδα, που ερεύνησα την υπόθεση της φαρμακοβιομηχανίας  Νοvartis, η οποία ήταν διεθνούς ενδιαφέροντος, καθώς η Ελλάδα, μεταξύ άλλων, ως χώρα αναφοράς, καθόριζε έμμεσα τις τιμές των φαρμάκων και σε άλλες χώρες τόσο στην Ευρώπη, όσο και σε τρίτες χώρες».

 

Στην συνέχεια, τόνισε τα όσα ακολούθησαν όταν η έρευνα άγγιξε πολιτικά πρόσωπα λέγοντας πως «άρχισε ένας ανελέητος πόλεμος από τα ερευνώμενα πολιτικά πρόσωπα, με την σθεναρή συμπαράσταση των κομμάτων τους και την απροκάλυπτη στήριξη των ΜΜΕ, οι οποίοι προεξοφλούσαν ότι θα κληθούμε εμείς να δώσουμε εξηγήσεις για την έρευνά μας αυτή.

Σήμερα, για αυτή την  έρευνα, εγώ και οι  άλλοι 2 εισαγγελείς διαφθοράς -συνεργάτες μου, που χειριστήκαμε την υπόθεση, αντιμετωπίζουμε βαρύτατες κατηγορίες, όπως κατάχρηση εξουσίας και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, μετά από παράνομη ποινική δίωξη  που μας ασκήθηκε, όχι από την δικαστική εξουσία, αλλά από την εκτελεστική εξουσία και δη από την πλειοψηφία του κυβερνώντος κόμματος στη βουλή. Πρόκειται για ακραία περίπτωση κατάλυσης της αρχής της διάκρισης των εξουσιών».

Έπειτα, η Ελένη Τουλουπάκη είπε πως «η προσφυγή στην ΕΕ είναι μονόδρομος για  την διαφύλαξη  του Κράτους Δικαίου στην Ελλάδα, αφού με αφορμή το διεθνές σκάνδαλο διαφθοράς Novartis, όλες οι αρχές του έχουν στην κυριολεξία  ποδοπατηθεί», ενώ ζήτησε την «άμεση ενεργοποίηση όλων των αρμοδίων οργάνων της Ένωσης».

Οι δέκα πυλώνες της υπόθεσης

Η πρώην εισαγγελέας διαφθοράς επίσης παρέθεσε στην επιτροπή διαφθοράς του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τους δέκα βασικούς πυλώνες της υπόθεσης Novartis. Σύμφωνα με την κατάθεση της είναι οι εξής:

«1)Αρχικώς τα ερευνηθέντα πολιτικά πρόσωπα στράφηκαν κατά των whistleblowers, καταθέτοντας σωρεία μηνύσεων εναντίον τους και απαιτώντας επίμονα την άρση του καθεστώτος προστασίας και την αποκάλυψη της ταυτότητάς τους.

2) Στη συνέχεια, στράφηκαν με σωρεία μηνύσεων και πειθαρχικών αναφορών εις βάρος εμού και των συνεργατών μου εισαγγελέων, με την κατηγορία της σκευωρίας κατά της Δημοκρατίας. Όλα ερευνήθηκαν από τη δικαστική εξουσία και τέθηκαν στο αρχείο.

3) Λίγο μετά τις εκλογές του 2019, κατόπιν πρότασης των βουλευτών της νυν Κυβέρνησης, συστήθηκε προανακριτική επιτροπή στη Βουλή, για να ερευνήσει τον τέως αναπληρωτή Υπουργό Δικαιοσύνης για θέματα διαφθοράς, για «σκευωρία» που φερόταν να τέλεσε στην υπόθεση Novartis. Κατά τις καταγγελίες, συνεργοί του ήμασταν εμείς, οι Εισαγγελείς  διαφθοράς, αλλά και Δημοσιογράφοι που ερευνούσαν την ίδια υπόθεση.

Η προανακριτική επιτροπή αποτελείτο κατά πλειοψηφία από βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος και ενεργούσε στη διαδικασία αυτή ως οιονεί εισαγγελέας.

Δηλαδή, στα ίδια πρόσωπα συνέπιπταν οι ιδιότητες του μηνυτή, του κατηγόρου – εισαγγελέα και, για κάποιους, και του ερευνώμενου, κατά παράβαση της βασικής ελεγκτικής αρχής ότι δεν μπορεί να συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο οι συγκρουόμενες αντίρροπες  ιδιότητες του ελεγκτή και ελεγχόμενου.

4) Παράλληλα, ενώ εμείς, ως Εισαγγελία Διαφθοράς, συνεχίζαμε την έρευνα σε βάρος της φαρμακευτικής εταιρείας Novartis και των πολιτικών προσώπων, την ίδια στιγμή κατέστημεν ερευνώμενοι για τις ενέργειές μας αυτές από τα πολιτικά πρόσωπα, δια της προανακριτικής επιτροπής της βουλής, και από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, που ξεκίνησε νέα έρευνα εις βάρος μας.

5) Ταυτόχρονα, γίνονταν συστηματικές προσπάθειες να μας αφαιρεθεί η υπόθεση και να περάσει σε άλλα χέρια. Το αίτημα μάλιστα υπέβαλε ο  Α.Π.,  δια του ανώτατου Εισαγγελέα του, προς την Ολομέλεια του Εφετείου Αθηνών, που όμως απορρίφθηκε.

6) Μετά  την αποτυχημένη προσπάθεια αφαίρεσης της δικογραφίας από μας, η νομοθετική εξουσία προχώρησε στην ψήφιση  πρωτοφανούς  νομοθετικής ρύθμισης, με την οποία, προκειμένου να μας αφαιρεθεί η δικογραφία και, άρα, να σταματήσουμε την έρευνα, κατήργησε συλλήβδην την Εισαγγελία Διαφθοράς και, δια νόμου  μας αφαιρέθηκε «εν μια νυκτί» η υπόθεση Novartis και πέρασε σε άλλα χέρια.

7) Στο μεταξύ, η εις βάρος μας έρευνα, που είχε ανατεθεί σε δύο ανεξάρτητους και ισόκυρους εισαγγελείς του Α.Π., κατά παράβαση της αρχής ne bis in idem, κατέληξε σε δύο εκ διαμέτρου διαφορετικά μεταξύ τους πορίσματα: το πρώτο μας απάλλασσε πλήρως, ενώ το δεύτερο και μεταγενέστερο ζητούσε τη δίωξή μου.

8) Τελικώς, ασκήθηκε μια άνευ προηγουμένου – ίσως και για τα διεθνή δικαστικά χρονικά- ποινική δίωξη, όχι από τη δικαστική εξουσία, αλλά από το κοινοβούλιο, εις βάρος όλων των εισαγγελέων διαφθοράς, δηλ. εμού και των συναδέλφων μου, καθώς και δημοσιογράφων, με βαρύτατες κατηγορίες, όπως αυτή της κατάχρησης εξουσίας και της εγκληματικής οργάνωσης.

9) Η δίωξη αυτή εναντίον μας ασκήθηκε από μη φυσικό δικαστή,  χωρίς καμία προδικασία και κατά παράβαση του ne bis in idem.

Πρόσφατα, επίσης, κληθήκαμε σε απολογία χωρίς καν μέσα στη δικογραφία να έχει συμπεριληφθεί  παρά τα σχετικά επίμονα αιτήματά μας, η βασική  δικογραφία της Novartis,  την οποία  εμείς ερευνούσαμε και  από την οποία περίτρανα αποδεικνύεται η αθωότητά μας.

Να σημειώσω επιπλέον ότι μας δόθηκε προθεσμία για απολογία μόλις 15 ημερών, όταν η δικογραφία αριθμεί περί τις 300.000 σελίδες!

10) Πέρα από αυτό το συντονισμένο σχέδιο ηθικής, ψυχικής και οικονομικής εξόντωσής μας, παράλληλα, σημαίνοντα κυβερνητικά πρόσωπα  έχουν περιφρονήσει και απαξιώσει τόσο προκλητικά το Κράτος Δικαίου, ώστε έχουν φτάσει σε σημείο ΔΗΜΟΣΙΩΣ να προδικάζουν την ενοχή και την καταδίκη μας, πριν καν επιληφθούν και αποφασίσουν  δικαστικά όργανα, παραβιάζοντας το ευρωπαϊκώς και διεθνώς κατοχυρωμένο τεκμήριο  της αθωότητας και μετατρέποντάς το σε προδικασθείσα βεβαιότητα ενοχής».

Επιπλέον, η κ. Τουλουπάκη ανέφερε τις δημόσιες τοποθετήσεις ατόμων της εκτελεστικής εξουσίας όπως ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Άδωνις Γεωργιάδης όπου ενώ οι εισαγγελείς βρίσκονταν υπό έρευνα εκείνοι τοποθετούνταν δημοσίως λέγοντας πως πρόκειται για «εγκληματική ομάδα». Τέλος, απεύθυνε ύστατη παράκληση στην επιτροπή διαφθοράς για την ενεργοποίηση όλων των Ευρωπαϊκών και Διεθνών Ελεγκτικών Μηχανισμών, με τους οποίους συνδέεται, ώστε «να ερευνηθούν όλα τα ανωτέρω» άλλα και να γίνουν «οι δέουσες ενέργειες».

ΠΗΓΗ : https://tvxs.gr