Υπόθεση Βασίλη Μάγγου: Πόσοι μήνες απαιτούνται για να αποδοθεί δικαιοσύνη;

Δημήτρης Ραπίδης

Το rosa.gr ρίχνει φως σε μια υπόθεση με πολλά αναπάντητα ερωτήματα. Δεκαοκτώ μήνες μετά οι γονείς του Βασίλη ζητούν την απονομή δικαιοσύνης για το θάνατο του γιου τους.

Σε λίγους μήνες συμπληρώνονται δύο χρόνια από τη μαζική πορεία των κινημάτων και της κοινωνίας του Βόλου κατά της περιβαλλοντικής καταστροφής που συντελείται από το εργοστάσιο της ΑΓΕΤ-LagarfeHolcim. Πολίτες από όλη την Ελλάδα έφτασαν στην πόλη για να στηρίξουν τις τοπικές πρωτοβουλίες. Ένα μεγάλο κίνημα αλληλεγγύης που παρά τις μεγάλες δυσκολίες, συνεχίζει να πορεύεται δύο χρόνια μετά.

Την Κυριακή 14 Ιουνίου 2020, μία ημέρα μετά το μεγάλο συλλαλητήριο, ο 26χρονος Βασίλης Μάγγος χτυπήθηκε ανηλεώς από την αστυνομία, όταν βρέθηκε ενώπιον των αστυνομικών δυνάμεων που μετέφεραν τους συλληφθέντες της κινητοποίησης του Σαββάτου. Εισήχθη στο νοσοκομείο με κατάγματα στα πλευρά και ένα μήνα αργότερα έφυγε από τη ζωή. Οι γονείς του Βασίλη θέλουν να δικαιωθούν από την ελληνική δικαιοσύνη, αναμένοντας για πάνω 18 μήνες κάποια εξέλιξη. Ωστόσο, τόσο η δικαιοσύνη, όσο και η ΕΔΕ που διατάχθηκε στην ελληνική αστυνομία, δεν έχουν φέρει κάποια απτά αποτελέσματα.

Το χρονικό
Ο Βασίλης Μάγγος βρέθηκε με το μηχανάκι του στο κέντρο της πόλης της στιγμή που περνούσαν από μπροστά του οι συλληφθέντες και κρατούμενοι της πορείας υπό τη συνοδεία αστυνομικών. Αναγνωρίζοντας έναν από συλληφθέντες, άφησε το παπάκι του και έτρεξε προς τους αστυνομικούς φωνάζοντας: «Τι του κάνετε;», θέλοντας να συνδράμει τον φίλο του. Στο αποκαλυπτικό βίντεο που είδε το φως της δημοσιότητας αποκαλύπτεται η αντίδραση των αστυνομικών μόλις συνάντησαν τον Βασίλη. Βλέπουμε έναν άοπλο, απροστάτευτο νέο άνθρωπο που δεν έχει προκαλέσει το παραμικρό, να δέχεται την αφιονισμένη επίθεση μιας ομάδας αστυνομικών που τον χτυπούν ασυγκράτητα. Μια εικόνα η οποία, όπως καταγγέλθηκε εκ των υστέρων, ήταν μόνο η αρχή για την περιπέτεια του Βασίλη. Ακολούθησαν, σύμφωνα με καταγγελίες του θύματος μέσα από τον λογαριασμό του στο Facebook, αλλά και βάσει όσων δήλωσε ο πατέρας του, προσβλητικοί χαρακτηρισμοί, ρατσιστικές αναφορές, άσκηση περαιτέρω σωματικής και ψυχολογικής βίας στην αστυνομική διεύθυνση Μαγνησίας.

Ο Βασίλης απομακρύνθηκε από την περιοχή με ένα μαύρο όχημα, με γνωστούς του να τον εντοπίζουν αργότερα έξω από την αστυνομική διεύθυνση Μαγνησίας, φανερά τραυματισμένο και ταλαιπωρημένο. Στην συνέχεια τον βοήθησαν να φτάσει στο σπίτι του, από όπου μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο. Είπε στον πατέρα και στους φίλους του πως οι αστυνομικοί τον έδειραν και τον βασάνισαν πριν τον αφήσουν να φύγει, ασκώντας του και ψυχολογική βία. Οι γιατροί στους οποίους κατέφυγε λίγες εβδομάδες αργότερα του χορήγησαν μια σειρά φαρμάκων καθότι υπέφερε από μετατραυματικό στρες λόγω της υπόθεσης με την αστυνομία.

Το βράδυ της Τρίτης 14 Ιουλίου του 2020, ακριβως ένα μήνα αφότου δέχτηκε την επίθεση από τους αστυνομικούς, ο Βασίλης βρέθηκε νεκρός στο υπνοδωμάτιό του από τη μητέρα του. «Ο Βασίλης δεν πέθανε άμεσα από τα χτυπήματα, αλλά το περιστατικό τον τραυμάτισε ψυχικά και τον οδήγησε σε ένα αυτοκαταστροφικό μονοπάτι» δήλωσε ο πατέρας του, προσθέτοντας ότι «αν δεν είχε χτυπηθεί και βασανιστεί, σήμερα ακόμη θα ζούσε. Μπορεί να μην τον πυροβόλησαν στην καρδιά, αλλά σίγουρα κατέστρεψαν την ψυχή του».

Η καταγγελία του Βασίλη Μάγγου

«Μια διμοιρία ΟΠΚΕ και μια ΜΑΤ, στοχευμένα και συγκεκριμένα για μένα, μιας και με γνωρίζουν, ήρθαν τρέχοντας κατά πάνω μου και ξεκίνησαν να με βαράνε αναίτια, δολοφονικά, απάνθρωπα κι αλύπητα. Με χτυπούσαν μέχρι που δεν μπορούσα να πάρω ανάσα, γιατί είχα χτυπηθεί άσχημα στα πλευρά» έγραφε στο Facebook ο Βασίλης στις 16 Ιουνίου. «Όταν (σ.σ. μέσα στο αστυνομικό τμήμα) ζήτησα λίγο νερό, στην αρχή δεν μου δίνανε κι έπειτα με βάλανε να πιώ από έναν καταψύκτη που έτρεχε σταγόνα-σταγόνα το νερό και μάλιστα από κάτω προς τα πάνω. Εγώ εντωμεταξύ να ‘μαι σακάτης, κατάκοιτος και να μην μπορώ να πάρω τα πόδια μου. Και αφού διασκέδασαν όλοι μαζί πάνω μου, με ρίξανε στο κρατητήριο. Τελικά με βγάλανε, αφού τους άκουσα να λένε πως αν με κρατούσαν θα έπρεπε να με παν και νοσοκομείο».

Η Λαϊκή Συσπείρωση Βόλου, με ανακοίνωσή της, παρουσίασε τη δική της πλευρά των γεγονότων, η ουσία και τα γεγονότα της οποίας δεν διαφέρουν από όσα είχε περιγράψει ο 26χρονος. «Ο νεαρός χτυπήθηκε άγρια μπροστά στα μάτια περαστικών στο κέντρο του Βόλου και οδηγήθηκε στην Αστυνομική Διεύθυνση Μαγνησίας. Μέσα στο αμάξι που τον μετέφερε σύμφωνα με μαρτυρία του πατέρα του οι αστυνομικοί συνέχιζαν να τον χτυπούν και να τον βρίζουν. Το ξύλο συνεχίστηκε στο κτήριο της αστυνομικής διεύθυνσης, όπως και οι βωμολοχίες. Τον χτύπησαν αλύπητα σπάζοντας τα πλευρά του μέχρις σημείου ο νεαρός να φωνάζει ‘δεν μπορώ να αναπνεύσω’».

Λίγες μέρες αργότερα, στις 19 Ιουνίου, ο Βασίλης έκανε μια ακόμη ανάρτηση λέγοντας πως ζωτικά του όργανα έχουν υποστεί κακώσεις, αλλά η κατάστασή του βελτιώνεται. «Επειδή πολύς κόσμος ρώτησε, κοινοποίησε, ενδιαφέρθηκε, νομίζω πως οφείλω να ενημερώσω πως πήρα εξιτήριο προχθές το βράδυ, μετά από 4 ημέρες νοσηλείας. Σήμερα πήγα για επαναληπτικές, τα ζωτικά μου όργανα φέρουν βέβαια κακώσεις ακόμα, παρ’ όλα αυτά είναι σε σταθερή κατάσταση και δείχνουν σημάδια βελτίωσης. Να ευχαριστήσω όλο τον κόσμο που δεν άφησε άλλο ένα περιστατικό αστυνομικής βίας, αυθαιρεσίας και παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων να παραμείνει στη σιωπή και το σκοτάδι και να υπενθυμίσω πως οφείλουμε όλοι μας να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά και να μην αφήνουμε ποτέ τον διπλανό μας έρμαιο καμίας ανάλογης κατάστασης. Επίσης, να ευχαριστήσω το ιατρικό προσωπικό που στη συντριπτική του πλειοψηφία καταρχάς με ανέχτηκε και κατά δεύτερον στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων, κρατώντας θέση ενάντια στη βαναυσότητα του κράτους. Η τελευταία μου φωτό, λοιπόν, από το νοσοκομείο και η πρώτη μου απ’ το σπίτι…Και τα δύσκολα τώρα αρχίζουν…2-3 μήνες αποθεραπεία και ποιός ξέρει πόσα χρόνια και αν θα βρω το δίκιο μου… …Όμως… Χαμογέλα, ρε… Τι σου ζητάνε;».

Το πόρισμα του ιατροδικαστή, ο Συνήγορος του Πολίτη και η τοποθέτηση του Αλέξη Τσίπρα στη Βουλή

Σύμφωνα με το πόρισμα του ιατροδικαστή, ο θάνατος του Βασίλη Μάγγου προήλθε από οξύ πνευμονικό οίδημα. Ο αρμόδιος υπουργός Μιχάλης Χρυσοχοϊδης κινήθηκε για τη διενέργεια ΕΔΕ, το πόρισμα ολοκληρώθηκε και παραδόθηκε στο αρχηγείο της ΕΛΑΣ επτά ολόκληρους μήνες αργότερα -στις 23 Φεβρουαρίου 2021- χωρίς να γίνει δημόσια γνωστό σε τι συμπεράσματα καταλήγει.

Παράλληλα, διαβιβάστηκε στον Συνήγορο του Πολίτη για περαιτέρω διερεύνηση η διοικητική δικογραφία για τον θάνατο του 26χρονου, σύμφωνα με ανακοίνωση του αρχηγείου της ΕΛΑΣ, και εκεί όμως δεν έχει υπάρξει φως στην υπόθεση.

Την ίδια περίοδο, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Αλέξης Τσίπρας, διάβασε ενώπιον της σώματος της Βουλής την επιστολή που έλαβε από τον πατέρα του Βασίλη: «Θέλω να σας παρακαλέσω, στην συζήτηση στη Βουλή για την αστυνομική βία, να σας παρακαλέσω θερμά, στην προσπάθεια και αγώνα που έχουμε μπροστά μας, για τη δικαίωση της μνήμης του παιδιού μας, ν΄αναφέρετε και την περίπτωση του: Στις 13 Ιουνίου 2020, στοχευμένα και συνειδητά, χτυπήθηκε ανηλεώς χωρίς να αποτελεί απειλή, τραυματίστηκε, βασανίστηκε και στο τέλος πάλι συνειδητά, πετάχτηκε από τους αστυνομικούς στο δρόμο έξω από την Αστυνομική Διεύθυνση Μαγνησίας, μισοπεθαμένος και αβοήθητος, χωρίς να διαπιστωθεί τίποτε εις βάρος του και χωρίς να του απαγγελθεί καμία κατηγορία. Αυτό το γεγονός ήταν η έμμεση αιτία που οδήγησε το παιδί μας στο θάνατο. Αυτό είναι μια τεράστια εγκληματική ενέργεια του κράτους και ιδιαίτερα του υπουργείου που είναι ταγμένο στην υπηρεσία προστασίας του πολίτη και για την οποία ενέργεια παρά τη δέσμευση του Χρυσοχοΐδη, μέχρι στιγμής εγώ και η οικογένειά μου δεν έχουμε καμία πληροφόρηση για το πόρισμα της ΕΔΕ». Έκτοτε, το θέμα «χάθηκε» από την επικαιρότητα, με την απουσία εξελίξεων στο δικαστικό μέτωπο να μην βοηθούν ώστε να έρθει και πάλι το θέμα στην επιφάνεια.

«Η πολιτεία υποσκάπτει εύθραυστα θεμέλια της σχέσης εμπιστοσύνης ανάμεσα στην αστυνομία και την κοινωνία»
«Τα περιστατικά αστυνομικής βίας καταστολής έχουν ξεφύγει αφότου ανέλαβε η παρούσα κυβέρνηση» τονίζει στο rosa.gr η Ιωάννα Τ., κάτοικος Βόλου, η οποία συμφώνησε να μιλήσει μαζί μας υπό την προϋπόθεση της ανωνυμίας. «Δεν περιμένουμε από την πολιτική ηγεσία να θρηνήσουμε νεκρό ως αποτέλεσμα της ακραίας καταστολής για να μπει χέρι στο αστυνομικό σώμα. Οι αρμόδιοι υπουργοί φαίνεται να κλείνουν το μάτι σε παραβατικές συμπεριφορές κι αυτό μας τρομάζει ως πολίτες, δεν νιώθουμε ασφάλεια».

Ο Άντονι Ράιτγουντ, ερευνητής στη Μεγάλη Βρετανία πάνω σε θέματα αστυνομικής βίας, έχει καταγράψει μαζί με συναδέλφους του σειρά περιστατικών αστυνομικής καταστολής σε κράτη-μέλη της ΕΕ. Ο Ράιτγκουντ τονίζει στο rosa.gr ότι «είναι αδιανόητο όταν οι πολίτες πληρώνουν αδρά μια δημόσια υπηρεσία, όπως είναι η αστυνομία, να δέχονται τέτοια βία, πολλές φορές με τρόπο ρεβανσιστικό και ακραία τιμωρητικό, πολύ πέρα από τα όρια άσκησης των αρμοδιοτήτων των αστυνομικών οργάνων». Για την υπόθεση του Βασίλη Μάγγου, ο Βρετανός ερευνητής τονίζει ότι «έχει χαρακτηριστικά ανάλογα με την υπόθεση του Τζορτζ Φλόιντ στις ΗΠΑ», προσθέτοντας ότι «η πολιτεία υποσκάπτει τα εύθραυστα θεμέλια της σχέσης εμπιστοσύνης ανάμεσα στην αστυνομία και την κοινωνία, καλλιεργώντας μια εν δυνάμει συγκρουσιακή σχέση».

Η επικοινωνιακή διαχείριση του θανάτου του Βασίλη Μάγγου είναι ενδεικτική των αντανακλαστικών της ελληνικής πολιτείας και ενδεικτική των προθέσεών της. Προτού βγει καθαρογραμμένη η ιατροδικαστική έκθεση για το θάνατό του, το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη αντιδρά με ιδιαίτερα έντονο ύφος για να επιτεθεί σχεδόν σε όσους αφήνουν υπόμοιες ότι ο θάνατός του Βασίλη συνδέεται με την ακραία βία που γνώρισε ο θανών το διάστημα που προηγήθηκε. «Το συγκλονιστικό», προσθέτει η Ιωάννα Τ., «είναι ότι δύο εβδομάδες μετά την επίθεση, όσο ο Βασίλης ήταν ακόμη ζωντανός, η κυβέρνηση υπερασπίστηκε τους αστυνομικούς του Βόλου, υπερασπιζόμενη κατά συνέπεια την άσκηση αστυνομικής βίας». Για την ακρίβεια, ο υφυπουργός Προστασίας του Πολίτη, Ελευθέριος Οικονόμου, είχε δηλώσει πως έδρασαν με «κατάλληλο τρόπο απέναντι σε βίαιη και απειλητική συμπεριφορά», με τον αρμόδιο υπουργό Μιχάλη Χρυσοχοΐδη να επιχειρεί δύο μέρες αργότερα να αλλάξει το κυβερνητικό αφήγημα, δηλώνοντας ότι οι εμπλεκόμενοι αστυνομικοί τελούν υπό έρευνα.

«Καταγράφεται διεθνώς μια αντιδημοκρατική κουλτούρα από την αστυνομία και αναπτύσσεται ένα καθεστώς ασυδοσίας» υπογραμμίζει ο Ράιτγουντ, σημειώνοντας ότι «είναι σαν να μην υπάρχουν αρχές και θεσμοί που ελέγχουν, σαν να μην υπάρχει καμία θεσμική υπευθυνότητα από όσους διερευνούν, αξιολογούν και αποφαίνονται για την παραβατική συμπεριφορά της αστυνομίας». Η μόνη θεσμική ανακοίνωση στο θάνατο του Βασίλη Μάγγου ήταν μια πρόχειρη, βιαστική παράγραφος, χωρίς καμία περαιτέρω αναφορά στην υπόθεση, που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αρθρώνεται από ένα υπουργείο, ειδικά σε μια κρίσιμη στιγμή που η αστυνομική βία είχε γίνει πρώτο θέμα παγκοσμίως. Στη συνέχεια ακολούθησε το νομοσχέδιο για τις διαδηλώσεις που έχουν καταγγείλει ως αντισυνταγματικό πλήθος οργανώσεων και φορέων, από τον ΔΣΑ και τη Διεθνή Αμνηστία μέχρι την Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής, με την ελληνική κυβέρνηση να ακολουθεί κατά γράμμα την τάση που έχει αναπτυχθεί σε πολλά κράτη αναφορικά με την περιστολή θεμελιωδών δημοκρατικών δικαιωμάτων. «Εμείς θα συνεχίσουμε να βγαίνουμε στους δρόμους και να διεκδικούμε τα δίκαια αιτήματά μας. Και για το θάνατο του Βασίλη η αλήθεια θα έρθει στην επιφάνεια. Όπως ήρθε με την υπόθεση του Φλόιντ στις ΗΠΑ, οδηγώντας στη δικαιοσύνη όσους έχουν εμπλακεί σε αυτή» τόνισε στο rosa.gr η Ιωάννα Τ.

Πηγή: www.rosa.gr